Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Μνήμες στο πέρασμά μου από τη Κράπη.

 Κρυφά και φανερά σ’ ακολουθούν οι ίσκιοι,

συμμορίες της σιωπής και βασανιστές της μνήμης,

που σε γυρεύουν αδιάκοπα, μέρα και νύχτα,

μα στέκουν ανήμποροι μπροστά στο άβατο της ψυχής.

Δεν γνώρισαν ποτέ τη γλώσσα του χώματος,

ούτε έσκυψαν να φιλήσουν τη γη που τους κρατά.

Έτσι κι εγώ, φεύγοντας απ’ το Ασκύφου,
κρατούσα μέσα μου έναν παλμό βαθύ,
καθώς το ολάνθιστο οροπέδιο άνοιγε μπροστά μου
σαν ευαγγέλιο ανοιχτό στο φως της Κρήτης.
Ο άνεμος ψιθύριζε ιστορίες παλιές,
και κάθε βήμα αντηχούσε απόντες καιρόν.

Γύρευα πρόσωπα που δεν φαίνονταν πια,
μα κατοικούσαν στη σιωπή του τόπου,
εκείνους που στάθηκαν όρθιοι στην καταιγίδα,
που έδωσαν όνομα στην αντοχή και στο χρέος.

Κάτω απ’ τους δυο κουλέδες στάθηκα,
ήταν πέτρινοι φρουροί του χρόνου και της μνήμης,
κι άφησα τη συγκίνηση να ριζώσει μέσα μου,
σαν δάκρυ που δεν ζητά να κυλήσει.

Μια απλή φωνή, ενός ανθρώπου του δρόμου,
γλύκανε για λίγο την ταραχή μου,
μα δεν έσβησε τη φλόγα που είχε ανάψει.

Και τότε, σαν ψίθυρος που επιμένει,
γεννήθηκε μέσα μου ένα ερώτημα:
πότε θα ξαναγυρίσω εδώ;

Γιατί ήξερα ήδη—
πως η ψυχή μου είχε μείνει πίσω........




Ο κανόνας ύπνου 7:1 αλλάζει το παιχνίδι της μακροζωίας

 Διαβάστε εδώ την ανάρτηση από το vita.gr.

Πότε «κορυφώνεται» η δημιουργικότητα; Πώς την κρατάμε ζωντανή;

 Διαβάστε εδώ την ανάρτηση από το vita.gr.

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Στην.... ορθή άμμο.

 Περπατούσα ανατολικά από την Παναγιά Θυμιανή και το τοπίο άνοιγε μπροστά μου όλο και πιο γενναιόδωρο, σε γη και σε θάλασσα. Οι πλαγιές έγερναν απαλά προς το Λιβυκό, κι ο αέρας κουβαλούσε την αλμύρα σαν παλιά μνήμη. Έβλεπα τα γαλακτισμένα σπίτια των μικρών χωριών, σκαρφαλωμένα στις κατωφέρειες, και πιο πέρα το ενετικό κάστρο να στέκει αγέρωχο, σαν φρουρός μιας άλλης εποχής. Εκεί στάθηκα για λίγο. Εκεί σκέφτηκα… εκεί, τότε, παραδόθηκε άοπλη η αγάπη.



Μια σκέψη πέρασε αστραπιαία από το μυαλό μου, καθώς στο βάθος προσπαθούσα να ξεχωρίσω τη Γαύδο από τη Γαυδοπούλα. Ποια άραγε η διαφορά της άοπλης από την εν όπλοις αγάπη; Δεν ήταν εύκολη η απάντηση. Η πρώτη μοιάζει να παραδίνεται χωρίς άμυνα, να εμπιστεύεται τον κόσμο όπως είναι· η δεύτερη στέκει όρθια με πανοπλία, έτοιμη να υπερασπιστεί ό,τι φοβάται μήπως χάσει.
Κι ενώ ο νους μου περιπλανιόταν σ’ αυτές τις σκέψεις, ένα άλλο μικρό ξωκκλήσι με ξεσήκωσε με την ομορφιά της κατασκευής του και όχι μόνο. Λευκό, απλό, σχεδόν ταπεινό, μα με εκείνη τη σιωπηλή αρχοντιά που έχουν τα πράγματα που αντέχουν στον χρόνο. Ίσως εκεί η αγάπη να έπαιρνε τις διαστάσεις που της έπρεπε.
Και τότε ένιωσα πως η αγάπη, όταν είναι αληθινή, δεν χρειάζεται όπλα ούτε φρουρούς. Αρκεί να σταθεί για λίγο απέναντι στο πέλαγος και να αφεθεί στον άνεμο. Σαν τα μικρά ξωκκλήσια της Κρήτης, που στέκουν μόνα τους στην άκρη του κόσμου, μα κρατούν μέσα τους ολόκληρο ουρανό. Και ίσως εκεί, μέσα σε εκείνη τη σιωπή, να κρύβεται η μόνη απάντηση που αξίζει να δοθεί.
Φωτό από το οδοιπορικό μου στην Ορθή Άμμο, ανατολικά της Χώρας Σφακίων.



Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Γίνε ο ηγέτης του εαυτού σου: Η αυτοηγεσία ως καθημερινή, σιωπηλή επανάσταση

 Διαβάστε εδώ την ανάρτηση από το psychology.gr

Χτες στην οδού Θολού 4.

 Όλα απόψε μιλούν και σε παρακαλούν

να γυρίσεις φωνάζουν

κι ό,τι ζήσαμε χτες σαν παλιές μουσικές

νιώθω να μ' αγκαλιάζουν.......
Σήμερα, ύστερα από ένα μικρό οδοιπορικό στην παλιά πόλη – που διάβηκα από το Ναό του Αγίου Φιλίππου, του Αγίου Ελισσαίου, της Παναγίας της Χρυσοκαστριώτισσας και του Αγίου Συμεών του Αναφιώτη – ο δρόμος μου, εντελώς απρόσμενα, με έφερε στην οδό Θόλου. Εκεί, στο νούμερο 4.
Η πόρτα, όπως και πριν από χρόνια, βαμμένη πράσινη.
Το χρώμα της ελπίδας – σκέφτηκα σχεδόν αυθόρμητα.
Μα ήταν κλειστή.
Στάθηκα για λίγο απέναντι και την κοίταξα. Εκεί, πίσω από εκείνη την απλή πόρτα, βρισκόταν ένας μικρός ναός της μνήμης και του τραγουδιού: "Η Απανεμιά". Πόσο θα ήθελα να περάσω ξανά το κατώφλι της, να μπω στον γνώριμο εκείνο χώρο όπου οι φωνές των τραγουδιών κάποτε ενώνονταν με τις σιωπές των ανθρώπων.
Και τότε άρχισαν να περνούν από μπροστά μου πρόσωπα και στιγμές. Θυμήθηκα τον Βαγγέλη Ντίκο, τον Λίνο Κόκοτο, τη Μαίρη Δαλάκου, και τόσους άλλους που άφησαν εκεί μέσα τη φωνή και την ψυχή τους. Πρόσωπα που έγιναν μελωδίες, και μελωδίες που έγιναν μνήμη.
Έβγαλα λίγες φωτογραφίες — μόνο λίγες. Σαν να φοβόμουν μήπως με πολλές διαταράξω τη σιωπή του τόπου. Σαν να ήθελα οι εικόνες να μείνουν περισσότερο μέσα μου παρά στη μηχανή.
Κι έπειτα, σχεδόν ασυναίσθητα, μπήκα σε ένα άλλο στενό της περιοχής. Τα βήματά μου αργά, σχεδόν διστακτικά. Εκεί, ανάμεσα στα παλιά σπίτια της Πλάκας, ένιωσα πως οι μελωδίες της ψυχής μου άρχισαν να δένουν με σκέψεις που έρχονταν από μακριά....
Με ταξίδευαν πίσω.
Πολύ πίσω.
Στα χρόνια της νιότης μου, τότε που τα τραγούδια δεν ήταν μόνο μουσική, αλλά τρόπος να καταλάβεις τον κόσμο. Τότε που οι νύχτες της πόλης είχαν άλλη θερμοκρασία, κι οι παρέες πίστευαν πως ο χρόνος δεν θα βιαστεί ποτέ να περάσει.....
Κι έτσι περπατούσα μέσα στα στενά, με την αίσθηση πως κάπου εκεί κοντά, πίσω από έναν τοίχο ή μια παλιά αυλόπορτα, μπορεί ακόμη να αντηχεί χαμηλά μια κιθάρα.
Σαν υπόσχεση πως ό,τι αγάπησε κανείς πραγματικά, δεν χάνεται — απλώς περιμένει σιωπηλά να το ξανασυναντήσεις. Και είμαι σίγουρος γιαυτό.





Γιατί θέλουν να ξεριζώσουν τις πικροδάφνες από τα σχολεία;

Διαβάστε εδώ την ανάρτηση από τη lifo.gr.