Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Στην.... ορθή άμμο.

 Περπατούσα ανατολικά από την Παναγιά Θυμιανή και το τοπίο άνοιγε μπροστά μου όλο και πιο γενναιόδωρο, σε γη και σε θάλασσα. Οι πλαγιές έγερναν απαλά προς το Λιβυκό, κι ο αέρας κουβαλούσε την αλμύρα σαν παλιά μνήμη. Έβλεπα τα γαλακτισμένα σπίτια των μικρών χωριών, σκαρφαλωμένα στις κατωφέρειες, και πιο πέρα το ενετικό κάστρο να στέκει αγέρωχο, σαν φρουρός μιας άλλης εποχής. Εκεί στάθηκα για λίγο. Εκεί σκέφτηκα… εκεί, τότε, παραδόθηκε άοπλη η αγάπη.



Μια σκέψη πέρασε αστραπιαία από το μυαλό μου, καθώς στο βάθος προσπαθούσα να ξεχωρίσω τη Γαύδο από τη Γαυδοπούλα. Ποια άραγε η διαφορά της άοπλης από την εν όπλοις αγάπη; Δεν ήταν εύκολη η απάντηση. Η πρώτη μοιάζει να παραδίνεται χωρίς άμυνα, να εμπιστεύεται τον κόσμο όπως είναι· η δεύτερη στέκει όρθια με πανοπλία, έτοιμη να υπερασπιστεί ό,τι φοβάται μήπως χάσει.
Κι ενώ ο νους μου περιπλανιόταν σ’ αυτές τις σκέψεις, ένα άλλο μικρό ξωκκλήσι με ξεσήκωσε με την ομορφιά της κατασκευής του και όχι μόνο. Λευκό, απλό, σχεδόν ταπεινό, μα με εκείνη τη σιωπηλή αρχοντιά που έχουν τα πράγματα που αντέχουν στον χρόνο. Ίσως εκεί η αγάπη να έπαιρνε τις διαστάσεις που της έπρεπε.
Και τότε ένιωσα πως η αγάπη, όταν είναι αληθινή, δεν χρειάζεται όπλα ούτε φρουρούς. Αρκεί να σταθεί για λίγο απέναντι στο πέλαγος και να αφεθεί στον άνεμο. Σαν τα μικρά ξωκκλήσια της Κρήτης, που στέκουν μόνα τους στην άκρη του κόσμου, μα κρατούν μέσα τους ολόκληρο ουρανό. Και ίσως εκεί, μέσα σε εκείνη τη σιωπή, να κρύβεται η μόνη απάντηση που αξίζει να δοθεί.
Φωτό από το οδοιπορικό μου στην Ορθή Άμμο, ανατολικά της Χώρας Σφακίων.