Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

Στο νησί μου σήμερα..............

Βρέθηκα στο νησί σήμερα το μεσημέρι....

Κατέβηκα γρήγορα το καλντερίμι της αγοράς...

Όχι,  οι φίλοι μου έλλειπαν από εκεί ή απείχαν....

Ίσως να έφταιγαν τα δάκρυα για τον αδικοχαμένο Αλέξανδρο.....

Το αεράκι που διαπερνούσε τους φοίνικες του κήπου της Παναγίας λες 

και ψιθύριζε ένα  μοιρολόι.....

Φαίνεται ότι ως κι ο  άνεμος βίωνε τη δική του οδύνη......

Οι χτύποι του μεγάλου ρολογιού της Παναγιάς μου φάνηκε πως 

χτύπαγαν σε ένα μοτίβο λυπητερό....

Στάθηκα στο σπίτι με το ηλιακό ρολόι.

Σκέφτηκα το μαστρο-Παντελή που είχε τη δική του επιχείρηση εκεί......

Μα και τους αχινούς που μας έφερνε έξω απ το Τουρλίτη....

Θυμήθηκα και την αξέχαστη μάνα του....... "Θα τα γράψω του Κωστή αυτά, θα μου ποστάρεις  το γράμμα" , μας έλεγε πολύ συχνά.....

Δρασκέλισα το μονοπάτι με τις σκάλες.....

Ένιωσα , αν και άνοιξη, την ησυχία που επικρατεί στο νησί εκτός απ το καλοκαίρι και τις γιορτές....

Πιο κάτω ένας μεγάλος γάτης κουνούσε την ουρά του καθώς κάθονταν στο σπίτι ενός  γαλακτισμένου    καπετανόσπιτου.......

Από αυτά που υπερπερισσεύουν στη Χώρα......

Νιαούριζε επίμονα.... 

Θυμήθηκα άλλες στιγμές.....

Βιαζόμουν όμως.....

Το ραντεβού μου ήταν στην ευρύτερη περιοχή της Πλακούρας......

Το ραντεβού με το τόπο και τους ανθρώπους του, του παρόντος αλλά και του παρελθόντος.....

Καθώς έφτασα στου Νόνα με αναστάτωσε η μυρωδιά της αντριώτικης φρουτάλιας.....

Ο Νόνας έδειχνε να είναι κλειστός.....

Ναι κάποια Αντριώτισσα κυρά, φρουτάλια μαγείρευε.....

Αναστατώθηκα.....

Σκέφτηκα αντί να πάρω το στενό για την Αγ. Θαλασσινή, να τραβήξω κατά το "Αρχιπέλαγος".......

Μα ο πόθος μου ήταν να προχωρήσω , να δω το εκκλησάκι και τα ενδιάμεσα αρχοντόσπιτα......

Να δω ανθρώπους που αγάπησα, θαύμασα  και εκτίμησα.......

Σαν πέρασα απ το κλειστό σήμερα ξυλουργείο "Η ΑΝΔΡΟΣ",  αντίκρισα μια παραμελημένη βάρκα....

Μια βάρκα με τα κουπιά στο εντός της.......

Ποιος να ξέρει πόσες φορές είχε πλευρίσει τη "ΔΕΣΠΟΙΝΑ" και τον "ΠΑΝΤΕΛΗ".........

Μου ήρθαν στο νου οι στίχοι του λαϊκού Αντριώτη ποιητή, του Νικολού......


"Παρεπιδημούν ενταύθα, Νικολός, κουπιά και βάρκα...." 

Τι γέλια που κάναμε όταν το ακούγαμε  όταν είμαστε παιδιά;;;;

Αλήθεια  πόσο συχνά θέλω να βρίσκομαι στο νησί........

Αντάμα με σκιές προσώπων, με τα μονοπάτια της ζωής μου, με ψιθύρους που κραυγάζουν!!!!

Περπατώντας με στόχο να δω το Τουρλίτη και το ξωκκλήσι του βράχου......  δεν ήταν δυνατό να μη περάσω κάτω απ το σπίτι με τα καφέ παράθυρα......

Είδα τον ποιητή να κάθεται έξω από αυτό και να ατενίζει προς το Νιμποργιό........

Με ρώτησε ποιος είμαι και τι δουλειά είχα εκεί.......

Του  είπα το όνομά μου και τον ρώτησα, δίχως συστολή,  να μου πει για την έννοια της αγάπης......

"Γιατί με ρωτάς να σου πω για την αγάπη;" με ρώτησε με τη σειρά του.......

Εδώ που βρεθήκαμε και οι δυο μας μόνο για την έννοια της αγάπης μπορώ να σε ρωτήσω, του  απάντησα.......

Κι αν δε σου απαντήσω;  με ξαναρώτησε.......

Θα σου "πάρω" την απάντηση , θες δε θες, ισχυρίστηκα......

Και συνέχισα..... Άκου εσύ βρέθηκες στη Στοκχόλμη μα εγώ στη 

Βηρυτό...

Αν σου απαντήσω με τη δύναμη των στίχων πειράζει, με ρώτησε......

Περιμένω να ακούσω, αποκρίθηκα......

Τότε ο ποιητής άναψε τσιγάρο και μου είπε χαμηλόφωνα.......

"Τη βρύση με τα περιστέρια, 
των αρχαγγέλων το σπαθί, 
το περιβόλι με τ’ αστέρια, 
και το πηγάδι το βαθύ " .




Αυτοί οι στίχοι είναι απ τη ΜΑΡΙΝΑ του είπα.......

Δε μου είπες να σου πω για την έννοια της αγάπης , με ρώτησε.

Μάλιστα.

Κι εγώ σου απάντησα, είπε.

Έτρεξε τότε δίχως να με χαιρετήσει κι ανέβηκε μ΄ένα γοργόφτερο βήμα τα σκαλιά του στενού που παλιά ήταν το λιμεναρχείο......

Τον έχασα γρήγορα απ τη ματιά μου........

Περπάτησα τότε  με κατεύθυνση προς το μουσείο Γουλανδρή κι εκεί....

Στα σκαλιά του ανακαινισμένου νεοκλασσικού της κυρα-Λουστρινιώς η 

σκιά της μάνας....μου χαμογελούσε.....  Επιβλητική η ομορφιά της 

μάνας..... με καθήλωσε η όψη της......

Ποια μοίρα σ΄ έφερε στο νησί γιε μου, με ρώτησε........

Καμιά μοίρα, απάντησα.....

Εσύ κι ο πατέρας, οι διηγήσεις σας και οι όμορφες κουβεντούλες μας, με.... κάλεσαν, τα ξέχασα νομίζεις;;;;

Μου χαμογέλασε με εκείνο το αξέχαστο χαμογελό της κι εξαφανίστηκε περνώντας μέσα απ τη βαριά πόρτα του νεοκλασσικού.........

Ξαφνικά μια άλλη φωνή με καλούσε......

Ήταν η κλήση  του Επάρχου.......

Με εκείνη τη γεμάτη γλυκύτητα φωνή του.......

Πόση αγάπη έβγαζε η χροιά της φωνής του......

Καθηλώθηκα εκεί.....Δεν ήθελα να φύγω.....

Κείνη τη στιγμή της αντάρας του νου μου ένας ψαράς με το τσιγάρο στο χέρι ανέβαινε προς τη πλατεία Καΐρη......

Ήταν ο μοναδικός οδοιπόρος του άλλοτε πολύβουου στενού......

Ξέρετε τι ώρα φεύγει τι τελευταίο λεωφορείο για το Γαύριο, τον ρώτησα.

Παλικάρι μου το τελευταίο λεωφορείο έφυγε......

Μόνο με ταξί ίσως προλάβεις το βαπόρι των τέσσερεις και μισή......

Ξέμεινες εδώ απόψε.....Αλλά κάπου θα βρεις να κοιμηθείς.......

Δε με απασχολεί που θα κοιμηθώ απόψε...... του είπα.

Θέλω να κοιμηθώ εδώ απόψε.......

Τότε ο κύκλος του ονείρου εγκλωβίστηκε στο κύκλο της πεζότητας και των υποχρεώσεων.....

Κι εγώ έπρεπε να φύγω εκών άκων απ το νησί........

Κι αυτό έκανα......


Δεν υπάρχουν σχόλια: