Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2009

Στο μικρό επίνειο

Ήταν ένα χειμωνιάτικο θέρος του τότε.

Τότε που η ελπίδα ήταν σίγουρο πως θα εγκατέλειπε

τελευταία το βυθιζόμενο σκαρί...

Είμαστε εκεί.

Στο μικρό επίνειο των κατόπτρων.

Κι ήταν και εκείνος εκεί.

Στο μικρό, ταπεινό οίκο των αίνων.

Γιατί οι μεγάλοι βρίσκονται στα χαμηλά, στα ταπεινά.

Είναι αξίωμα τούτη η σκέψη.

Το τριμμένο ένδυμα ήταν συνειδητή επιλογή του.

"Ελάτε να Της μιλήσουμε", μας πρόετρεψε.

Μα οι περισσότεροι από εμάς περί άλλα τυρβάζαμε,

στου ορθολογισμού το μονοπάτι.

Το σκοτάδι έπεφτε.

Και καθώς μιλάγαμε οι λύπες υποχώρησαν.

Μια μικρή προσευχή είπε.

Και οι καρδιές δάκρυσαν.

Από πάνω το χωριό ντύνονταν τα φώτα και τους θόρυβους του κόσμου.

Η εκκοσμίκευση δε με πείραζε.

Ο νους μου ήταν σε βαθειά γαλήνη.

Μα χαιρόμουν που έβλεπα την υπερκόσμια γαλήνη και της δικής του ψυχής.

Πόσο ήθελα να είμαι επισκέπτης στο ακροθαλάσσι...

Ήθελα να βαδίζω στο μονοπάτι με τα βότσαλα.

Να βρέχομαι από τις πιτσίλες της θάλασσας.

Να ατενίζω τ΄αστέρια πούβλεπαν οι κατατρεγμένοι του τότε από απέναντι...

Το σπίτι του φάνταζε φάρος δίχως το φως των πολλών.

Ήταν ένας φάρος έμπλεος μεγαλοσύνης αλλά και ταπείνωσης.

Νύχτωσε...

Στο μώλο ο πραγματικός φάρος είχε νυστάξει.

Μαζί του κι εγώ αναζητούσα χείμερες.

΄Ηταν ολονύκτια η αναζήτηση.

Και την άλλη μέρα τα κάτοπτρα αντιφέγγιζαν ψυχές.

΄Ηταν και η δική μου ανάμεσά τους.

Την έβλεπες;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου