Διαβάστε εδώ την ανάρτηση από ΤΑ ΝΕΑ.
Eπισκέπτεστε το ιστολόγιο του Δημ. Σπυρόπουλου, Καθηγητή Μαθηματικών. Θέλω να σας επισημάνω οτι τα μαθηματικά που είχα την προνομία να σπουδάσω είναι ένα εργαλείο σκέψης και προβληματισμού. Χαίρομαι να το χρησιμοποιώ στη ζωή μου... Kι όπως είπε ο μεγάλος Κ. Παλαμάς "Κι αν πλήθος τ΄άσχημα, κι αν είν΄ τ΄ άδεια αφέντες, φτάνει μια σκέψη, μια ψυχή, φτάνεις εσύ, εγώ φτάνω, να δώσουμε νόημα στων πολλών την ύπαρξη. ΄Ενας φτάνει..."
Κυριακή 31 Αυγούστου 2025
Φτάνει στο τέλος του το όραμα της «Ενωμένης Ευρώπης»;
Διαβάστε εδώ την ανάρτηση από την AthensVoice.
Θες να κερδίσεις το παιχνίδι της ζωής; Λύσε την εξίσωση της ευτυχίας
Διαβάστε εδώ την ανάρτηση από το vita.gr.
Μια στάση στη Παναγιά τη Θυμιανή.
Μια στάση στη Παναγιά τη Θυμιανή.....
Εκείνο το πρωί ξεκινήσαμε με
σκοπό ιερό. Πρώτος μας προορισμός η Παναγιά η Θυμιανή, καθισμένη κάτω απ το
δρόμο, σιωπηλή φρουρός στα νότια άκρα της Κρήτης, εκεί όπου η πέτρα δένει με τη
μνήμη κι ο άνεμος με τη λεβεντιά. Από κάτω, ορίζοντας απέραντος: το Λιβυκό
πέλαγος λαμποκοπούσε σαν λιωμένο ασήμι κάτω από τις πρώτες αχτίδες του ήλιου.
Ό,τι κι αν βαστούσε κανείς μέσα του, το τοπίο το μετουσίωνε – σε σιωπή, σε
ανατριχίλα, σε προσευχή.
Πλάι στο περιφραγμένο κοιμητήριο
των Κομιτάδων, οι αγριελιές, τα κυπαρίσσια, τα σχοίνα, ακόμα και τα χαμηλά
θάμνα που φύτρωναν πεισματικά ανάμεσα στις πέτρες, έμοιαζαν να μιλούν με τις
ψυχές των γενναίων. Ήταν όλα τους μέρος της ίδιας ανάμνησης, της ίδιας
καταγωγής: Κρήτη λεύτερη, περήφανη, αιμάτινη.
Πίσω από τη μικρή, ιστορική
εκκλησία –εκείνη που κάποτε ίσως ευλόγησε όρκους και επαναστάσεις– βρισκόταν το
τελευταίο ενδιαίτημα του Στρατή. Σταθήκαμε. Δε μιλούσαμε. Στη φωτογραφία του ακουμπούσε το βλέμμα μας σαν
χάδι: το χαμόγελο αγνό και πηγαίο, τα στιβάνια γυαλισμένα απ’ τη λεβεντιά του,
το βλέμμα του καθάριο – λες και κοίταζε μακριά, πέρα από τη ζωή. Ήταν όμορφος ο
Στρατής… Όχι μονάχα γιατί η νιότη τον στόλιζε, μα γιατί η ψυχή του φαινόταν
μέσα από τα μάτια του. Ήταν από ’κείνα τα παιδιά που γεννήθηκαν για να
φωτίζουν, μα μια σκληρή, άκαιρη μοίρα
τού 'σβησε τη φλόγα της ζωής. Άδικα. Νωρίς. Ο Στρατής όμως ζει – στο χαμόγελό
του, στο μνημόσυνο των βλεμμάτων μας, στις αφανέρωτες σκέψεις της Μαρίας.
Η Μαρία... στάθηκε κι εκείνη
δίπλα μου, βουβή, μα τα μάτια της μιλούσαν. Της είπα πολλά, πάρα πολλά…….. –
λόγια μπερδεμένα από τη συγκίνησή μου. Άτακτα, ασύντακτα, αδύναμα ίσως. Γιατί
μπροστά σ’ αυτό το τοπίο, μπροστά στη μορφή του Στρατή, και κυρίως μπροστά στη
μνήμη του πατέρα μου, ένιωθα μικρός. Σα να με διαπερνούσε το παρελθόν του, σα
να στάθηκε για λίγο δίπλα μας και να μας χάιδεψε με βλέμμα αυστηρό αλλά γλυκό.
Κι ήταν τότε που ακούμπησα στο
φράχτη των κυπαρισσιών κι άκουσα ψιθύρους… Όχι του ανέμου. Ήταν οι ψυχές. Η
ψυχή του πατέρα μου. Του φίλου του, του συμπολεμιστή του απ’ τη Δράμα μα και
των άλλων. Ήταν και η ψυχή του Στρατή, που μ’ έναν τρόπο, σαν να στεκόταν πιο
ψηλά από τους σταυρούς, μαρτυρούσε ότι η λεβεντιά δεν πεθαίνει. Μονάχα αλλάζει
μορφή.
Οι κορυφές των Λευκών Ορέων
εκείνη την ώρα ασπρίζανε αχνά στο βάθος. Ο αέρας, κατερχόμενος από τις
κορυφογραμμές, ερχόταν και ανακάτευε τις σκιές των δέντρων, τις σκέψεις μας, το
δάκρυ που δεν μπορούσε να κυλήσει…... Στάθηκα για λίγο κι αναρωτήθηκα: πού
αρχίζει και πού τελειώνει η λεβεντιά αυτών των τόπων; Πώς μπορεί η Κρήτη να
γεννά ακόμα τέτοιες ψυχές, όπως αυτές που σήκωσαν την τιμή της Ελλάδας, όπως ο
Δασκαλογιάννης, όπως ο κάθε ανώνυμος που πήρε τ’ άρματα για την πατρίδα και για
την τιμή;
Κι ήξερα: δεν ήμασταν τυχαία
εκεί. Δεν ήταν μια απλή επίσκεψη. Ήταν χρέος. Ήταν προσκύνημα. Ήταν ένας στόχος
που είχαμε βάλει: να φτάσουμε εκεί, στα ριζά των Λευκών Ορέων, και να
προσευχηθούμε. Για τη μνήμη. Για την ιστορία. Για τους δικούς μας και για
όλους. Για τα δυο παλικάρια που κοιμούνται για πάντα στον Αστράτηγο. Για τον
πατέρα μου, που στάθηκε λεβέντης όταν κάποιοι λύγιζαν. Το οφείλαμε σε αυτούς, το οφείλαμε
και στον εαυτό μας.
Και η Μαρία… Εκεί, στην ησυχία,
ένιωσα πως μέσα της γεννιόταν κάτι. Μια επανάσταση. Όχι με τουφέκια και λάβαρα,
μα μια επανάσταση βαθιά, προσωπική – της ψυχής. Μια σιωπηλή επανάσταση. Η δική της
ήταν.
Δεν μιλούσαμε. Ήμασταν πλήρεις.
Κι όμως η σιωπή μάς βάραινε – όχι με πόνο, αλλά με εκείνη την παράξενη γαλήνη
που έχει το δάκρυ πριν κυλήσει. Η νότια Κρήτη μας είχε ανοίξει την αγκαλιά της.
Η πέτρα, η γη, η θάλασσα, οι άνθρωποι, όλα έμοιαζαν να μας λένε: εδώ να
σταθείτε λίγο ακόμα· εδώ που η ψυχή δε χάνεται, μόνο αλλάζει πρόσωπο και
γίνεται μνημοσύνη.
Κοίταξα το ρολόι μου, μα η ώρα
δεν είχε σημασία. Μόνο το βλέμμα της Μαρίας είχε. Και το βλέμμα του πατέρα μου,
που ένιωθα πως ακόμα μας παρακολουθούσε, περήφανος. Ίσως συγκινημένος……..
Έπρεπε να συνεχίσουμε. Ο καλός μας
φίλος μας περίμενε στο Πατσιανό.
Αναρωτήθηκα αν μπορούσαμε να αντέξουμε άλλη συγκίνηση, άλλη φόρτιση. Έβαλα το
κλειδί στη μηχανή του αυτοκινήτου. Έμεινα για λίγο ακίνητος. Πριν στρίψω το
κλειδί, άφησα τη ματιά μου να πλανηθεί για μια τελευταία φορά στο κοιμητήριο
των Κομιτάδων.
"Σας θυμόμαστε",
ψιθύρισα. "Και θα σας θυμόμαστε όσο ανασαίνουμε.Όλους σας. "
Κι ύστερα, με μια βαθιά ανάσα,
ξεκινήσαμε πάλι. Κάποιες υγρές εκκρίσεις των ματιών αδυνατούσαν να κυλήσουν στα
μάγουλα. Μάλλον από μια εύλογη συγκίνηση……..