Όλα απόψε μιλούν και σε παρακαλούν
να γυρίσεις φωνάζουν
κι ό,τι ζήσαμε χτες σαν παλιές μουσικές
νιώθω να μ' αγκαλιάζουν.......
Σήμερα, ύστερα από ένα μικρό οδοιπορικό στην παλιά πόλη – που διάβηκα από το Ναό του Αγίου Φιλίππου, του Αγίου Ελισσαίου, της Παναγίας της Χρυσοκαστριώτισσας και του Αγίου Συμεών του Αναφιώτη – ο δρόμος μου, εντελώς απρόσμενα, με έφερε στην οδό Θόλου. Εκεί, στο νούμερο 4.
Η πόρτα, όπως και πριν από χρόνια, βαμμένη πράσινη.
Το χρώμα της ελπίδας – σκέφτηκα σχεδόν αυθόρμητα.
Μα ήταν κλειστή.
Στάθηκα για λίγο απέναντι και την κοίταξα. Εκεί, πίσω από εκείνη την απλή πόρτα, βρισκόταν ένας μικρός ναός της μνήμης και του τραγουδιού: "Η Απανεμιά". Πόσο θα ήθελα να περάσω ξανά το κατώφλι της, να μπω στον γνώριμο εκείνο χώρο όπου οι φωνές των τραγουδιών κάποτε ενώνονταν με τις σιωπές των ανθρώπων.
Και τότε άρχισαν να περνούν από μπροστά μου πρόσωπα και στιγμές. Θυμήθηκα τον Βαγγέλη Ντίκο, τον Λίνο Κόκοτο, τη Μαίρη Δαλάκου, και τόσους άλλους που άφησαν εκεί μέσα τη φωνή και την ψυχή τους. Πρόσωπα που έγιναν μελωδίες, και μελωδίες που έγιναν μνήμη.
Έβγαλα λίγες φωτογραφίες — μόνο λίγες. Σαν να φοβόμουν μήπως με πολλές διαταράξω τη σιωπή του τόπου. Σαν να ήθελα οι εικόνες να μείνουν περισσότερο μέσα μου παρά στη μηχανή.
Κι έπειτα, σχεδόν ασυναίσθητα, μπήκα σε ένα άλλο στενό της περιοχής. Τα βήματά μου αργά, σχεδόν διστακτικά. Εκεί, ανάμεσα στα παλιά σπίτια της Πλάκας, ένιωσα πως οι μελωδίες της ψυχής μου άρχισαν να δένουν με σκέψεις που έρχονταν από μακριά....
Με ταξίδευαν πίσω.
Πολύ πίσω.
Στα χρόνια της νιότης μου, τότε που τα τραγούδια δεν ήταν μόνο μουσική, αλλά τρόπος να καταλάβεις τον κόσμο. Τότε που οι νύχτες της πόλης είχαν άλλη θερμοκρασία, κι οι παρέες πίστευαν πως ο χρόνος δεν θα βιαστεί ποτέ να περάσει.....
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου